Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ο Χιλιασμός στην πρώτη Εκκλησία και στην σύγχρονη εποχή (Γεωργία Μουλοπούλου, πτυχιούχος στον Ελληνικό Πολιτισμό – μάστερ Θεολογίας)

1. Χιλιαστικές δοξασίες: O Χιλιασμός, οι ρίζες και οι καταβολές του

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις σχετικά με το τέλος του κόσμου, την τελική κρίση των ανθρώπων, τη δικαίωση των δικαίων, την τιμωρία των αμαρτωλών από το Μεσσία και τη βασιλεία Του επί χίλια χρόνια αποτελούν το περιεχόμενο της αίρεσης του Χιλιασμού. Σε όλες τις μεγάλες θρησκείες που εμφανίστηκαν κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους συναντάμε χιλιαστικές δοξασίες[1]. Η χιλιετής επικράτηση του Καλού επί του Κακού θεωρείται κεντρική ιδέα του Χιλιασμού, και σε αυτήν οφείλεται η ονομασία του. Αυτήν ασπάζονται και διάφορα άλλα συγγενικά θρησκευτικά κινήματα που διαχωρίζονται από τον Χιλιασμό[2].

Ο όρος «χίλια έτη» αρχικά εισάγεται από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Αποκάλυψη. Η χιλιετής βασιλεία αποτελεί το διάστημα μεταξύ της θριαμβευτικής παρουσίας τους Νυμφίου και της έλευσης της Νύφης[3]. Εκεί στο 20ό κεφάλαιο[4], στίχ. 1-6[5], αναφέρεται η χιλιετής βασιλεία του Χριστού κατά την οποία θα μετέχουν οι δίκαιοι, και οι εκλεκτοί. Φυσικά τίθεται το ερώτημα ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι οι εκλεκτοί στο Γάμο του Νυμφίου με την Εκκλησία Του[6]. Στη συγκεκριμένη περίοδο, ο Σατανάς θα έχει νικηθεί «ίνα μη πλανά έτι τα έθνη, άχρι τελεσθή τα χίλια έτη»[7]. Εδώ, φαίνεται έντονα η επίδραση από το χωρίο του Δανιήλ 7: 9-10: «εθεώρουν έως ότου οι θρόνοι ετέθησαν, και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ τής κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν, ο θρόνος αυτού φλόξ πυρός, οι τροχοί αυτού πυρ φλέγον· ποταμός πυρός είλκεν έμπροσθεν αυτού· χίλιαι χιλιάδες ελειτούργουν αυτώ, και μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αυτώ· κριτήριον εκάθισε, και βίβλοι ηνεώχθησαν»[8].

Ο όρος «millennium» (χιλιετία) και οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί όροι για τον Χιλιασμό προέρχονται από τη λατινική λέξη mille(χίλια). Ειδικότερα, στην Ευρώπη συναντάμε τις λέξεις «millenarianism» και «millenarian» (από τη λατινική ρίζα) και «Χιλιασμός» (chiliasmus), από την ελληνική ρίζα[9].

2. Χιλιασμός, προφητεία και ριζοσπαστικότητα

Ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό του μεσιανισμού είναι το προφητικό φαινόμενο. Η προσδοκία της χιλιετούς βασιλείας εμπνέει πληθώρα προφητικών κινημάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι οπωσδήποτε χιλιαστές, αν αναλογιστούμε ότι δεν προβαίνουν στην απαρίθμηση του χρόνου της σωτηρίας[10]. Ιστορικά χαρακτηριστικά διακρίνουν τον Χιλιασμό, αφού το ιστορικό γίγνεσθαι ερμηνεύεται σωτηριολογικά και αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στο τέλος του ιστορικού χρόνου. Ένα ακόμη στοιχείο του Χιλιασμού είναι η μελλοντολογία, καθώς έχει άμεση σχέση με τη διάσταση του μέλλοντος. Γι’ αυτό, άλλωστε, δίνεται έμφαση στην επερχόμενη χιλιετία της σωτηρίας[11].

Δύο εξίσου σημαντικά στοιχεία του Χιλιασμού είναι το ενθουσιαστικό και το ριζοσπαστικό. Η προσδοκία του ιστορικού τέλους δημιουργεί ενθουσιαστικές τάσεις και παρωθεί τους οπαδούς των χιλιαστικών κινημάτων να ζουν από τώρα το ένδοξο μέλλον της χιλιετούς βασιλείας του Μεσσία. Ενδείξεις ενθουσιαστικού στοιχείου αποτελούν οι προφητείες, τα χρησμολογικά κείμενα και άλλα ομοειδή φαινόμενα. Προέκταση του θρησκευτικού ενθουσιασμού είναι το ριζοσπαστικό στοιχείο στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, κάτι που δικαιολογεί την κοινωνική κριτική την οποία ασκούσε ο Χιλιασμός στην περιρρέουσα τάξη πραγμάτων, με επακόλουθο τη λήψη ιστορικών πρωτοβουλιών για τη συντομότερη έλευση της χιλιετούς βασιλείας[12].

Ο Χιλιασμός διακρινόταν επίσης στον υλικό[13] και στον πνευματικό[14]. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι οπαδοί οι οποίοι υποστήριζαν ότι στη χιλιετή βασιλεία του Χριστού όλοι οι πιστοί θα απολαμβάνουν επίγεια αγαθά. Στον πνευματικό Χιλιασμό, η επί της Γης χιλιετής βασιλεία του Χριστού θα διακρίνεται από υλικές και πνευματικές απολαύσεις[15].

Άλλο χαρακτηριστικό του Χιλιασμού είναι η ύπαρξη δύο πόλων: ενός «αρχέγονου παραδείσου» στην αρχή της ιστορίας και μιας «γης της επαγγελίας» στο τέλος της ιστορίας. Αντιστοιχούν στη «χρυσή εποχή» από τη μια και στον «καινό αιώνα» από την άλλη άκρη του ιστορικού γίγνεσθαι. Η χιλιετής βασιλεία είναι η «μεσοβασιλεία» ανάμεσα σε αυτά τα δύο οριακά σημεία[16]. Άλλωστε μετά την παρέλευση των χιλίων ετών υπάρχει η περιγραφή της τελευταίας επίθεσης και καταδίκης του Σατανά[17].

Συνοψίζοντας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι με τον όρο «Χιλιασμός» γίνεται αναφoρά στη θρησκευτική πεποίθηση η οποία έχει ως πυρήνα της διδασκαλίας της τον χιλιετή θρίαμβο του Καλού επί του Κακού, γύρω από τον οποίο αναφύονται πολυποίκιλες πεποιθήσεις που διαφοροποιούν τη χιλιαστική αντίληψη από άλλα συναφή θρησκευτικά φαινόμενα. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, ο «Χιλιασμός» αποτελεί «εσχατολογική πλάνη», σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς Χριστός θα βασιλεύσει για χίλια χρόνια στη Γη, κατά το τέλος του κόσμου.

Επιπλέον, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά τον 20ο με 21ο αιώνα σύμφωνα με τους εξέχοντες βιβλικούς επιστήμονες, Μπρατσιώτη, Αγουρίδη και Δεσπότη δίνονται οι εξής ερμηνείες σχετικά με το επίμαχο κεφάλαιο 20 της Αποκάλυψης. Αρχικά και οι τρεις καθηγητές συμφωνούν στη δυσκολία της ερμηνείας του χωρίου. Ο Μπρατσιώτης συνάδει με την αλληγορική ερμηνεία του όλου τεμαχίου της Αποκαλύψεως: «Εν πρώτοις ο όλος οραματικός και συμβολικός, και δη και πνευματικός χαρακτήρ του βιβλίου εμποδίζει να εκληφθή το εν λόγῳ τεμάχιον κατά γράμμα, αλλ’ εν πνευματική μόνο εννοία υπέρ ης συνηγορεί και η λιτότης και το απέριττον των γραμμών της όλης περιγραφής, και δη και της χιλιετούς βασιλείας, περιγραφής εν πάση σπουδή… Ούτω, προς τοις άλλοις, δεν πρέπει να εκληφθή κατά γράμμα, αλλά συμβολικώς, ως και οι λοιποί αριθμοί της Αποκαλύψεως, ο σχηματικός αριθμός χίλια, τοσούτον μάλλον καθ’ όσον ούτε λόγος υπήρχεν ούτε άλλη τις διαφαίνεται εν τω βιβλίω τούτω προσπάθεια παρεκκλίσεως από της τόσον κατηγορηματικής ρήτρας του Κυρίου, «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς, ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. 1,7).[18]

Ο Αγουρίδης σημειώνει ότι το υπόμνημά του για την Αποκάλυψη «έχει προτίμηση προς την ιστορικοφιλολογική ερμηνεία της Αποκάλυψης την οποία εξηγεί σε σχέση προς την εποχή της και προς την εκκλησία των χρόνων του βιβλίου»[19]. Άλλωστε, «η ιστορική ερμηνεία ορμά ακάθεκτη στην ανάγκη της ιστορικής απαίτησης, κάθε φορά, και βρίσκει έτσι στην Αποκάλυψη τίποτε άλλο παρά κυρίως στην πρόρρηση της ιστορικής ώρας περί της οποίας ενδιαφέρεται ο ερμηνευτής»[20].

Τέλος, ο Δεσπότης υποστηρίζει ότι η Αποκάλυψη πρέπει να έχει εκτός των άλλων και μία λειτουργική προσέγγιση[21]. Σκοπός της είναι να καταστήσει τον εκάστοτε ακροατή-αναγνώστη της μέτοχο της Επουράνιας Λατρείας[22]. «Εξάλλου, η χιλιετής βασιλεία του Χριστού ίσως είναι η εβδόμη ημέρα της εκκλησιαστικής ζωής, η ίδια η εβδόμη ημέρα πριν από την ατελεύτητη και ανέσπερη ογδόη ημέρα της βασιλείας του θεού»[23]. Άλλωστε ο Δεσπότης τονίζει ότι «εσχατολογία στη χριστιανική Εκκλησία (άρα και η χιλιετής βασιλεία της Αποκάλυψης) δεν είναι ουσιαστικά η στείρα φιλολογία περί των Εσχάτων, αλλά ο λόγος περί του Εσχάτου Προσώπου/Λόγου, του Ιησού. Δεν είναι ο λόγος περί του τέλους του Κόσμου, αλλά περί της Τελειώσεώς του. Δεν είναι το ονειροπόλημα ενός εσχατολογικού παραδείσου από ένα ον το οποίο έχει το μοναδικό προνόμιο από όλα τα όντα να βασανίζεται εκ γενετής από τον τρόμο των ενοχών, του πόνου και του θανάτου, αλλά η εισβολή των Εσχάτων στην Ιστορία, του απείρου της αιωνιότητας στην ελαχιστότητα της στιγμής και η μεταμόρφωση του Εδώ και Τώρα»[24]. Με την τελευταία άποψη συμφωνούμε και εμείς, αποφεύγοντας έτσι τις όποιες ζοφερές καταστάσεις χρησιμοποιούν κάποιοι προφήτες κατά καιρούς.

3. Η πορεία των χιλιαστικών αιρέσεων στην πρώτη Εκκλησία

Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους πολλοί είναι οι λόγοι που συνεπικουρούν στην άνθηση του Χιλιασμού. Μερικοί από αυτούς είναι οι διωγμοί, που ενέτειναν την αναμονή του Μεσσία, η επακριβής ερμηνεία του βιβλίου της Αποκαλύψεως με την προαναγγελία του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και η επενέργεια των εσχατολογικών αντιλήψεων του Ιουδαϊσμού[25].

Η εκκλησιαστική ορθόδοξη διδασκαλία αποδέχτηκε τον εσχατολογικό δυναμισμό του χιλιαστικού φαινομένου, απορρίπτοντας το ενθουσιαστικό στοιχείο του και την αριθμολογία του. Επίσης, δεν περιορίζει την έλευση του Χριστού – Μεσσία σε χίλια έτη ούτε διαχωρίζει την καθολική ανάσταση των νεκρών από την πρώτη ανάσταση των δικαίων σύμφωνα με τις χιλιαστικές απόψεις[26].

Πέραν των αιρεσιαρχών, για τους οποίους θα γίνει λόγος παρακάτω, υπήρξαν και εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες των πρώτων χριστιανικών χρόνων που ασπάσθηκαν χιλιαστικές πεποιθήσεις, χωρίς όμως να προβαίνουν σε ακραίες θεωρίες όπως εκείνες της διδασκαλίας των αιρετικών. Σε αυτούς του Β’ αιώνα συγκαταλέγονται ο συγγραφέας της Επιστολής Βαρνάβα[27], ο Ποιμένας του Ερμά[28], ο συγγραφέας της Β’ Κλήμεντος[29], ο Παπίας Ιεραπόλεως της Φρυγίας[30], ο Ιουστίνος ο μάρτυρας[31], ο Μελίτων Σάρδεων, ο Ειρηναίος Λουγδούνου[32], ο Τερτυλλιανός[33], ο Ιππόλυτος Ρώμης[34], ο Μεθόδιος Ολύμπου της Λυκίας[35] και ο Λακτάντιος[36]. Μάλιστα από τους προαναφερθέντες, ο Παπίας, ο Ιουστίνος, ο Μεθόδιος Ολύμπου, ο Ειρηναίος Λουγδούνου αλλά και ο Απολλινάριος Λαοδικείας ερμηνεύουν κατά γράμμα τα χίλια έτη[37] και όχι με την ιουδαϊκή αιρετική έννοια[38].[*]

Από τους αιρετικούς χιλιαστικές ιδέες είχαν υιοθετήσει οι Εβιωνίτες[39], ο Κήρινθος[40], ο Κομμοδιανός, ο Βικτωρίνος[41], ο Νέπως[42], ο Κορακίων. Επίσης στους πολέμιους του Χιλιασμού συναντώνται αιρετικοί σαν τους γνωστικούς[43], τον Μαρκίωνα[44] και τους Μοντανιστές[45]. Αντίδραση στις χιλιαστικές θεωρήσεις του Χριστιανισμού συναντώνται από τον Ρωμαίο πρεσβύτερο Γάιο[46], τον Β’ αιώνα, στην Αλεξάνδρεια από τον Ωριγένη[47] και τον Διονύσιο Αλεξανδρείας[48] κατά τον Γ’ αιώνα[49] καθώς και από τον ιερό Αυγουστίνο[50] τον Ε’ αιώνα. Μάλιστα ο τελευταίος υποστήριξε ότι η χιλιετία αποτελεί για την Εκκλησία την περίοδο εντός της ιστορίας μεταξύ των δύο παρουσιών του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κάτι που συμβιβάζεται και με τα όσα γράφει στην Α΄ Κορ. 15, 22-24 ο Παύλος[51].